Πόνος και φλεγμονή της ουρήθρας, τα οποία οφείλονται σε παραμονή ούρων από την ουρήθρα.
Ιστός που σχηματίζεται από την προσπάθεια του σώματος να επισκευάσει άλλους κατεστραμμένους ιστούς. Ουλώδης συνδετικός ιστός αναπτύσσεται με τις συμφύσεις της ενδομητρίωσης.
Μια ασθένεια κατά την οποία τα οστά γίνονται λεπτά, πορώδη και έχουν την τάση να σπάζουν εύκολα. Η οστεοπόρωση είναι μια από τις παρενέργειες χρήσης συγκεκριμένων ορμονών ως θεραπεία της ενδομητρίωσης.
Ειδικές πρωτεΐνες με τις οποίες δένονται οι ορμόνες. Ο δεσμός των ορμονών με τους υποδοχείς τους προκαλεί την ορμονική επίδραση. Μπορεί να διαταραχθεί από τα ξενοοιστρογόνα (ορμόνες από φυτοφάρμακα ή άλλα χημικά).
Είναι μια χημική ουσία που απελευθερώνεται από ειδικά κύτταρα, ώστε να ρυθμίσει τη λειτουργία άλλων κυττάρων. Για παράδειγμα, η ινσουλίνη είναι μια ορμόνη που κατευθύνει τα υπόλοιπα κύτταρα στο πώς θα χρησιμοποιήσουν τη γλυκόζη για την παραγωγή ενέργειας.
Αναφέρεται στις μήτρες εκείνες που έχουν οπίσθια κλίση, αντί για τη φυσιολογική πρόσθια. Στις περισσότερες περιπτώσεις είναι μια φυσιολογική ανατομική απόκλιση. Δεν προκαλεί συμπτώματα και δεν χρειάζεται θεραπεία. Στο παρελθόν η οπίσθια κλίση της μήτρας θεωρούνταν ότι προκαλούσε υπογονιμότητα. Κάτι τέτοιο όμως δεν υφίσταται. Σπάνια μια έντονα οπίσθια κλίση της μήτρας μπορεί να οφείλεται σε ενδομητρίωση. Σε τέτοια περίπτωση η ενδομητρίωση είναι που προκαλεί την υπογονιμότητα και όχι η κλίση της μήτρας.
Μια ομάδα φαρμάκων που περιλαμβάνουν τη μορφίνη και το όπιο, που ανακουφίζουν από τον πόνο και επιφέρουν νάρκωση, δυσκοιλιότητα και καταστολή της αναπνοής.
Τεχνητή διαδικασία σπερματέγχυσης, όπου το σπέρμα του συζύγου εγχύεται απ’ ευθείας μέσα στη μήτρα, ώστε να αποφευχθεί η τραχηλική βλέννη ή να βελτιωθούν οι πιθανότητες ενός φτωχού σπέρματος.
Όταν το σώμα λειτουργεί με όλα τα συστήματά του σε αρμονική ισορροπία μεταξύ τους.
